Ο Ντόναλντ Τραμπ θα έβλεπε θετικά μια κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο, σύμφωνα με δηλώσεις κορυφαίου αξιωματούχου της αμερικανικής κυβέρνησης στις 15 Απριλίου 2026. Η αποκάλυψη αυτή έγινε την επομένη μιας ιστορικής συνάντησης μεταξύ αντιπροσώπων Ισραήλ και Λιβάνου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που σηματοδότησε ένα σημαντικό διπλωματικό άνοιγμα στην περιοχή. Ωστόσο, ο ίδιος αξιωματούχος έσπευσε να διευκρινίσει πως μια τέτοια συμφωνία δεν συνδέεται με τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με το Ιράν.
Τι είπε ο Αμερικανός αξιωματούχος
Ο αξιωματούχος, που μίλησε υπό τον όρο ανωνυμίας, υπογράμμισε ότι «ο Πρόεδρος Τραμπ θα επικροτούσε τον τερματισμό των εχθροπραξιών στον Λίβανο, στο πλαίσιο μιας ειρηνευτικής συμφωνίας» μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Παράλληλα, έκανε σαφές πως μια εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και της φιλοϊρανικής οργάνωσης Χεζμπολάχ δεν αποτελεί ζητούμενο της αμερικανικής διπλωματίας στο τρέχον στάδιο. «Δεν είναι κάτι που ζητήσαμε, ούτε αποτελεί μέρος των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων με το Ιράν», δήλωσε χαρακτηριστικά. Η Ουάσινγκτον επιμένει πως η συμφωνία που βρίσκεται στο τραπέζι με την Τεχεράνη για δεκαπενθήμερη κατάπαυση πυρός αφορά αποκλειστικά τις δύο αυτές χώρες και δεν επεκτείνεται στον Λίβανο, παρά τις εκκλήσεις πολλών διεθνών παραγόντων για συμπερίληψή του.
Η θέση αυτή αποσαφηνίζει ένα θεμελιώδες δίλημμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: η Ουάσινγκτον διαχωρίζει την ιρανική διπλωματία από το λιβανέζικο μέτωπο, αντιμετωπίζοντας κάθε διαπραγμάτευση ξεχωριστά. Πολλές χώρες της περιοχής, αλλά και δυτικοί εταίροι, έχουν πιέσει τις ΗΠΑ να εντάξουν τον Λίβανο στην ευρύτερη διπλωματική ατζέντα, κάτι που η αμερικανική πλευρά απορρίπτει σταθερά. Η εμμονή στον διαχωρισμό αυτό αντικατοπτρίζει τη στρατηγική επιλογή του Τραμπ να χειρίζεται τις κρίσεις της Μέσης Ανατολής σε διμερή βάση, αποφεύγοντας δεσμεύσεις που θα περιέπλεκαν τις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.
Ιστορική συνάντηση Ισραήλ – Λιβάνου στην Ουάσινγκτον
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν αυτές οι δηλώσεις έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Στις 14 Απριλίου 2026, πραγματοποιήθηκαν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ συνομιλίες που σηματοδότησαν την πρώτη υψηλού επιπέδου συνάντηση μεταξύ των κυβερνήσεων Ισραήλ και Λιβάνου από το 1993. Πρόκειται για ένα γεγονός με σαφή ιστορική σημασία, καθώς οι δύο χώρες ζουν επί δεκαετίες σε εχθρικές σχέσεις, χωρίς επίσημες διπλωματικές επαφές. Οι πρεσβευτές των δύο χωρών στην Ουάσινγκτον κατέληξαν σε συμφωνία για την έναρξη απευθείας ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, ανοίγοντας έναν δίαυλο επικοινωνίας που πριν από λίγους μήνες θα φαινόταν αδύνατος.
Η επιλογή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ως τόπου συνάντησης υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο που επιθυμεί να διαδραματίσει η αμερικανική κυβέρνηση στη διαδικασία προσέγγισης των δύο χωρών. Η Ουάσινγκτον λειτουργεί ουσιαστικά ως εγγυητής και διευκολυντής των συνομιλιών, πράγμα που ενισχύει τη διπλωματική της θέση στην ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, το γεγονός ότι η συμφωνία κατάπαυσης πυρός με την Χεζμπολάχ δεν αποτελεί μέρος αυτών των συνομιλιών υποδηλώνει ότι το δρόμο προς μια ολοκληρωμένη ειρήνη θα τον βαδίσουν βήμα-βήμα, με αυστηρή οριοθέτηση θεμάτων.
Τι ακολουθεί στη διπλωματική διαδικασία
Η συμφωνία των πρεσβευτών στην Ουάσινγκτον για έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου θέτει τις βάσεις για μια πιο δομημένη διπλωματική διαδικασία. Παράλληλα, η θετική στάση του Τραμπ απέναντι σε ενδεχόμενη εκεχειρία στον Λίβανο δίνει ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: αν οι δύο χώρες καταλήξουν σε συμφωνία, η Ουάσινγκτον θα την υποδεχτεί θετικά. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν και πότε οι συνομιλίες θα επεκταθούν ώστε να συμπεριλάβουν το θέμα της Χεζμπολάχ και τις εχθροπραξίες στο νότιο Λίβανο, που αποτελούν το πιο εκρηκτικό κεφάλαιο της σύγκρουσης. Πολλές χώρες συνεχίζουν να πιέζουν για διεύρυνση της ατζέντας, αλλά προς το παρόν η αμερικανική πλευρά κρατά σφιχτά τα ηνία της διπλωματίας.



