Στο επίκεντρο της πολιτικής επικαιρότητας παραμένει η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, με την έμπειρη βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Ντόρα Μπακογιάννη, να παίρνει σαφή και αδιαπραγμάτευτη θέση. Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA, η κ. Μπακογιάννη άφησε ελάχιστα περιθώρια παρερμηνείας: ο Μακάριος Λαζαρίδης όφειλε να διευκολύνει τον πρωθυπουργό και το κόμμα, και σήμερα η κατάσταση επιβάλλει την παραίτησή του. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που ξεχωρίζει για την ευθύτητά της, ιδιαίτερα από έναν εκπρόσωπο του ίδιου κόμματος.
Η Ντόρα Μπακογιάννη δεν δίστασε να χαρακτηρίσει την υπόθεση «πολύ άσχημη», αναφέροντας ότι έχει δημιουργήσει έντονη ανησυχία και στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής ομάδας. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι τα γεγονότα που βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης τοποθετούνται χρονικά πριν από 20 χρόνια. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί για την ίδια ελαφρυντικό ούτε δικαιολογία. Άλλωστε, όπως η ίδια σημείωσε, σήμερα «όλοι αποδέχονται» ότι επρόκειτο για παράτυπη ενέργεια. Το ζήτημα, κατά την κ. Μπακογιάννη, δεν είναι μόνο νομικό, αλλά έχει βαθιά πολιτική και ηθική διάσταση.
«Δεν το χειρίστηκε καλά για τον εαυτό του»
Η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας αναγνώρισε ότι γνωρίζει τον Μακάριο Λαζαρίδη από πολύ νεαρή ηλικία, τονίζοντας ότι πρόκειται για παλαίμαχο κομματικό στέλεχος. Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική που άσκησε αποκτά ιδιαίτερο βάρος: «Δεν πιστεύω ότι το χειρίστηκε καλά για τον εαυτό του», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η στάση του δεν εξυπηρέτησε ούτε τον ίδιο, ούτε το κόμμα, ούτε την κυβέρνηση. Ερωτηθείσα ευθέως αν θεωρεί ότι ο Λαζαρίδης πρέπει να παραιτηθεί, απάντησε καταφατικά, χωρίς περιστροφές. Πρόσθεσε μάλιστα ότι η παραίτηση θα αποτελούσε πράξη προστασίας του ίδιου. Αναφέρθηκε στους αγώνες που έχουν γίνει για να επιστρέψουν νέοι Έλληνες από το εξωτερικό, πεπεισμένοι ότι έχουν μέλλον στην Ελλάδα — ένα μήνυμα που, όπως υποστήριξε, αλλοιώνεται με τέτοιες συμπεριφορές.
Ωστόσο, η Ντόρα Μπακογιάννη δεν περιορίστηκε μόνο στην υπόθεση Λαζαρίδη. Με έντονο ύφος και ορατή ανησυχία, μίλησε για την τοξικότητα που κυριαρχεί στη Βουλή των Ελλήνων αυτή την περίοδο. Δήλωσε ότι, παρά τη μακρόχρονη παρουσία της στην πολιτική, βιώνει αισθήματα τρόμου μπροστά στο επίπεδο που έχει φτάσει η πολιτική αντιπαράθεση. Οι χαρακτηρισμοί «παιδεραστές» και «δολοφόνοι» που εκτοξεύονται μέσα στο κοινοβούλιο την έχουν συγκλονίσει, ιδιαίτερα όταν σκέφτεται ότι τα εγγόνια της μπορεί να τα ακούσουν. Ξεκαθάρισε πάντως ότι δεν αντιτίθεται στη σκληρή πολιτική αντιπαράθεση — αλλά αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη ρητορική μίσους.
Υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ και Ευρωπαία Εισαγγελέας
Σε ερωτήσεις για την υπόθεση των υποκλοπών, η Μπακογιάννη υιοθέτησε μια πιο αποστασιοποιημένη στάση. Υπογράμμισε ότι το θέμα βρίσκεται πλέον στα χέρια της δικαιοσύνης, σε διάφορα επίπεδα, και ότι κάθε απόφαση που θα ληφθεί πρέπει να γίνει σεβαστή. Ανέφερε χαρακτηριστικά την υπόθεση του κ. Ντίλιαν, ο οποίος έχει καταδικαστεί και αναμένεται να προσφύγει στο εφετείο. Η στάση της ήταν σαφής: από τη στιγμή που η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει χώρος για πολιτικές παρεμβάσεις ή δηλώσεις. «Ό,τι απόφαση πάρει η ελληνική δικαιοσύνη είναι για μένα σεβαστή», τόνισε με έμφαση.
Παράλληλα, η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε και στις δικογραφίες της Ευρωπαίας Εισαγγελίας που αφορούν το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ξεκαθάρισε ότι θα ψηφίσει υπέρ της άρσης της ασυλίας των εμπλεκόμενων βουλευτών, εξηγώντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποδειχθεί η αθωότητα μέσω του φυσικού δικαστή. Σε αυτό το πλαίσιο, υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία αποτελεί κατεξοχήν ευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο ψήφισε τον νόμο για την Ευρωπαία Εισαγγελέα και οφείλει να στηρίξει τον θεσμό. Άσκησε πάντως κριτική για τις διαρροές που παρατηρήθηκαν, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η υπόθεση τμηματικά, θεωρώντας ότι αυτά τα ζητήματα αξίζουν σοβαρή συζήτηση εντός του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας.



